οποιοσδήποτε
•
- σε θέση επιθέτου ή ουσιαστικούόποιος τυχόν, ο καθένας, όλοι (δηλώνει αοριστία) Βικιλεξικό
- Οποιαδήποτε μέρα, οποιαδήποτε ώρα, μπορώ να κάνω οποιαδήποτε εργασία σε οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας.
- ενάρθρωςόποιος, ένας τυχαίος, τυχών (δήλωση αοριστίας με έμφαση ή αδιαφορίας) Βικιλεξικό
- Έστω ένα οποιοδήποτε παραλληλόγραμμο ΑΒΓΔ...
- ενάρθρωςο καθένας, ο πρώτος τυχών Βικιλεξικό
- Πρόσεξε πώς του μιλάς! Δεν είναι δα και ο οποιοσδήποτε!
Ετυμολογία
οποιοσδήποτε < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φράση ὁποῖος δήποτε (κάποιος κάποτε). Συγχρονικά αναλύεται σε όποιος + -δήποτε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →