Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπορτουνιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον οπορτουνισμό ή τον οπορτουνιστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπορτουνιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπορτουνιστικόςοπορτουνιστικήοπορτουνιστικό
Γενικήοπορτουνιστικούοπορτουνιστικήςοπορτουνιστικού
Αιτιατικήοπορτουνιστικόοπορτουνιστικήοπορτουνιστικό
Κλητικήοπορτουνιστικέοπορτουνιστικήοπορτουνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπορτουνιστικοίοπορτουνιστικέςοπορτουνιστικά
Γενικήοπορτουνιστικώνοπορτουνιστικώνοπορτουνιστικών
Αιτιατικήοπορτουνιστικούςοπορτουνιστικέςοπορτουνιστικά
Κλητικήοπορτουνιστικοίοπορτουνιστικέςοπορτουνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →