οπτάνθρακας
•
- συνώνυμο του κοκ Βικιλεξικό
- παλιότερη πολυτονική γραφή: ὀπτάνθρακας
Ετυμολογία
οπτάνθρακας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὀπτάνθραξ σε κείμενο του Αναστασίου Κ. Δαμβέργη (1857-1920) από την αιτιατική ενικού «τόν ὀπτάνθρακα», (απόδοση για τη γαλλική coke < αγγλική coke). Μορφολογικά αναλύεται σε οπτ(ός) + άνθρακας < αρχαία ελληνική ἄνθραξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπτάνθρακας | οπτάνθρακες |
| Γενική | οπτάνθρακα | οπτανθράκων |
| Αιτιατική | οπτάνθρακα | οπτάνθρακες |
| Κλητική | οπτάνθρακα | οπτάνθρακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →