οπτήρας
•
- ναυτικός όροςναύτης που εποπτεύει τη θάλασσα για τον έγκαιρο εντοπισμό άλλων πλοίων, διαφόρων κινδύνων κ.λπ., δίνοντας τις κατάλληλες αναφορές στους αξιωματικούς ή στον καπετάνιο του πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπτήρας < αρχαία ελληνική ὀπτήρ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vigie)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπτήρας | οπτήρες |
| Γενική | οπτήρα | οπτήρων |
| Αιτιατική | οπτήρα | οπτήρες |
| Κλητική | οπτήρα | οπτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →