Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπτική

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσικήκλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές Βικιλεξικό
  2. φυσικήσυγκροτημένο σώμα θεωριών και ερμηνειών γύρω από το φως, όπως αυτό αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό έργο ή σχολή σκέψης. Βικιλεξικό
  3. φυσικήτο σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχηματίζουν το φως (π.χ. φακοί, κάτοπτρα, όργανα) Βικιλεξικό
  4. ιατρικήη μελέτη της πορείας και της πρόσληψης του φωτός από το οπτικό σύστημα, φυσιολογικό ή παθολογικό, με ή χωρίς οπτικά βοηθήματα Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάο τρόπος θέασης και ερμηνείας της πραγματικότητας από συγκεκριμένη νοητική ή εμπειρική σκοπιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπτική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου οπτικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική optique)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπτική—
Γενικήοπτικής—
Αιτιατικήοπτική—
Κλητικήοπτική—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →