οπτική
•
- φυσικήκλάδος της φυσικής που ερευνά τη φύση, τη διάδοση και τις αλληλεπιδράσεις του φωτός, καθώς και τα φαινόμενα που απορρέουν απʼ αυτές Βικιλεξικό
- φυσικήσυγκροτημένο σώμα θεωριών και ερμηνειών γύρω από το φως, όπως αυτό αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο επιστημονικό έργο ή σχολή σκέψης. Βικιλεξικό
- φυσικήτο σύνολο γνώσεων και πρακτικών που αφορούν τη μελέτη, τον σχεδιασμό και τη ρύθμιση συστημάτων που κατευθύνουν ή μετασχηματίζουν το φως (π.χ. φακοί, κάτοπτρα, όργανα) Βικιλεξικό
- ιατρικήη μελέτη της πορείας και της πρόσληψης του φωτός από το οπτικό σύστημα, φυσιολογικό ή παθολογικό, με ή χωρίς οπτικά βοηθήματα Βικιλεξικό
- μεταφορικάο τρόπος θέασης και ερμηνείας της πραγματικότητας από συγκεκριμένη νοητική ή εμπειρική σκοπιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπτική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου οπτικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική optique)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπτική | — |
| Γενική | οπτικής | — |
| Αιτιατική | οπτική | — |
| Κλητική | οπτική | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →