Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπτική γωνία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάη γωνία ανάμεσα στην ευθεία μπροστά από κάποιο αντικείμενο και τον παρατηρητή που το παρατηρεί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο τρόπος που κάποιος αντιλαμβάνεται κάποιο ζήτημα ή θέμα, η προσωπική του προσέγγιση σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπτική γωνία < οπτική (θηλυκό του οπτικός) & γωνία, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική point de vue

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπτική γωνίαοπτικές γωνίες
Γενικήοπτικής γωνίαςοπτικών γωνιών
Αιτιατικήοπτική γωνίαοπτικές γωνίες
Κλητικήοπτική γωνίαοπτικές γωνίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →