οπτική γωνία
•
- κυριολεκτικάη γωνία ανάμεσα στην ευθεία μπροστά από κάποιο αντικείμενο και τον παρατηρητή που το παρατηρεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάο τρόπος που κάποιος αντιλαμβάνεται κάποιο ζήτημα ή θέμα, η προσωπική του προσέγγιση σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπτική γωνία < οπτική (θηλυκό του οπτικός) & γωνία, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική point de vue
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπτική γωνία | οπτικές γωνίες |
| Γενική | οπτικής γωνίας | οπτικών γωνιών |
| Αιτιατική | οπτική γωνία | οπτικές γωνίες |
| Κλητική | οπτική γωνία | οπτικές γωνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →