Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπτικός

/op.tiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπρόσωπο που ασχολείται με: Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαπρόσωπο που ασχολείται με: Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπτικός < αρχαία ελληνική ὀπτικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπτική / οπτικός / οπτικόοπτικές / οπτικοί / οπτικά
Γενικήοπτικής / οπτικού / οπτικούοπτικών / οπτικών / οπτικών
Αιτιατικήοπτική / οπτικό / οπτικόοπτικές / οπτικούς / οπτικά
Κλητικήοπτική / οπτικέ / οπτικόοπτικές / οπτικοί / οπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

οπτικός

/op.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την όραση Βικιλεξικό
    • Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει εξπρεσιονιστής, που όχι μόνο σχεδιάζει με χρώμα, αλλά και κατορθώνει να μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα και το εκφραστικό περιεχόμενο του χρώματος, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα. (Δώρα Κομίνη-Διαλέτη, Λεξικό Ελλήνων καλλιτεχνών: ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, 16ος-20́ος αιώνας, Πατ-Ω. τομος 4, εκδ. Μέλισσα, 2000, σελ. 278)
  2. η παρουσίαση με εικόνες, σχεδιαγράμματα, κλπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπτικός < αρχαία ελληνική ὀπτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπτικόςοπτικήοπτικό
Γενικήοπτικούοπτικήςοπτικού
Αιτιατικήοπτικόοπτικήοπτικό
Κλητικήοπτικέοπτικήοπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπτικοίοπτικέςοπτικά
Γενικήοπτικώνοπτικώνοπτικών
Αιτιατικήοπτικούςοπτικέςοπτικά
Κλητικήοπτικοίοπτικέςοπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →