Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπτιμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον οπτιμιστή Βικιλεξικό
  2. σχετικός με τον οπτιμισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπτιμιστικός < οπτιμιστής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπτιμιστικόςοπτιμιστικήοπτιμιστικό
Γενικήοπτιμιστικούοπτιμιστικήςοπτιμιστικού
Αιτιατικήοπτιμιστικόοπτιμιστικήοπτιμιστικό
Κλητικήοπτιμιστικέοπτιμιστικήοπτιμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπτιμιστικοίοπτιμιστικέςοπτιμιστικά
Γενικήοπτιμιστικώνοπτιμιστικώνοπτιμιστικών
Αιτιατικήοπτιμιστικούςοπτιμιστικέςοπτιμιστικά
Κλητικήοπτιμιστικοίοπτιμιστικέςοπτιμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →