οπτιμιστικός
•
- σχετικός με τον οπτιμιστή Βικιλεξικό
- σχετικός με τον οπτιμισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπτιμιστικός < οπτιμιστής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οπτιμιστικός | οπτιμιστική | οπτιμιστικό |
| Γενική | οπτιμιστικού | οπτιμιστικής | οπτιμιστικού |
| Αιτιατική | οπτιμιστικό | οπτιμιστική | οπτιμιστικό |
| Κλητική | οπτιμιστικέ | οπτιμιστική | οπτιμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οπτιμιστικοί | οπτιμιστικές | οπτιμιστικά |
| Γενική | οπτιμιστικών | οπτιμιστικών | οπτιμιστικών |
| Αιτιατική | οπτιμιστικούς | οπτιμιστικές | οπτιμιστικά |
| Κλητική | οπτιμιστικοί | οπτιμιστικές | οπτιμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →