Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπωροκηπευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα οπωροκηπευτικά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπωροκηπευτικός < οπωροκηπευτικά + -ός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπωροκηπευτικόςοπωροκηπευτικήοπωροκηπευτικό
Γενικήοπωροκηπευτικούοπωροκηπευτικήςοπωροκηπευτικού
Αιτιατικήοπωροκηπευτικόοπωροκηπευτικήοπωροκηπευτικό
Κλητικήοπωροκηπευτικέοπωροκηπευτικήοπωροκηπευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοπωροκηπευτικοίοπωροκηπευτικέςοπωροκηπευτικά
Γενικήοπωροκηπευτικώνοπωροκηπευτικώνοπωροκηπευτικών
Αιτιατικήοπωροκηπευτικούςοπωροκηπευτικέςοπωροκηπευτικά
Κλητικήοπωροκηπευτικοίοπωροκηπευτικέςοπωροκηπευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →