οπωροκηπευτικός
•
- που έχει σχέση με τα οπωροκηπευτικά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπωροκηπευτικός < οπωροκηπευτικά + -ός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οπωροκηπευτικός | οπωροκηπευτική | οπωροκηπευτικό |
| Γενική | οπωροκηπευτικού | οπωροκηπευτικής | οπωροκηπευτικού |
| Αιτιατική | οπωροκηπευτικό | οπωροκηπευτική | οπωροκηπευτικό |
| Κλητική | οπωροκηπευτικέ | οπωροκηπευτική | οπωροκηπευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οπωροκηπευτικοί | οπωροκηπευτικές | οπωροκηπευτικά |
| Γενική | οπωροκηπευτικών | οπωροκηπευτικών | οπωροκηπευτικών |
| Αιτιατική | οπωροκηπευτικούς | οπωροκηπευτικές | οπωροκηπευτικά |
| Κλητική | οπωροκηπευτικοί | οπωροκηπευτικές | οπωροκηπευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →