οπωροπωλείο
•
- κατάστημα που που πουλάει οπωροκηπευτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπωροπωλείο < οπωροπώλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπωροπωλείο | οπωροπωλεία |
| Γενική | οπωροπωλείου | οπωροπωλείων |
| Αιτιατική | οπωροπωλείο | οπωροπωλεία |
| Κλητική | οπωροπωλείο | οπωροπωλεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →