οπωροφαγία
•
- η κατανάλωση φρούτων (οπώρων) σε μεγάλες ποσότητες Βικιλεξικό
- το να τρώει κανείς αποκλειστικά φρούτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπωροφαγία < ὀπωροφαγία / οπώρ(α) + -ο- + -φαγία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπωροφαγία | οπωροφαγίες |
| Γενική | οπωροφαγίας | οπωροφαγιών |
| Αιτιατική | οπωροφαγία | οπωροφαγίες |
| Κλητική | οπωροφαγία | οπωροφαγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →