ορίζουσα
•
- μαθηματικάσυνάρτηση που δίνει το αλγεβρικό άθροισμα τετραγωνικού πίνακα ή μήτρας. Βικιλεξικό
- ειδικότεραο πίνακας ή το αλγεβρικό άθροισμά του που μας χρησιμοποιείται για να βρεθούν οι λύσεις μιας εξίσωσης νιοστού βαθμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορίζουσα < ορίζω < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déterminant
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορίζουσα | ορίζουσες |
| Γενική | ορίζουσας | οριζουσών |
| Αιτιατική | ορίζουσα | ορίζουσες |
| Κλητική | ορίζουσα | ορίζουσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →