Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορίζουσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μαθηματικάσυνάρτηση που δίνει το αλγεβρικό άθροισμα τετραγωνικού πίνακα ή μήτρας. Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραο πίνακας ή το αλγεβρικό άθροισμά του που μας χρησιμοποιείται για να βρεθούν οι λύσεις μιας εξίσωσης νιοστού βαθμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορίζουσα < ορίζω < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déterminant

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορίζουσαορίζουσες
Γενικήορίζουσαςοριζουσών
Αιτιατικήορίζουσαορίζουσες
Κλητικήορίζουσαορίζουσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →