Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορίστε

επιφώνημα
•
  1. όταν απαντάμε σε κάποιον που μας καλεί Βικιλεξικό
    • - Γιώργο, πού είσαι;
  2. όταν δίνουμε σε κάποιον κάτι που μας ζήτησε Βικιλεξικό
    • - Μου δίνετε σας παρακαλώ λίγο νερό;
  3. σε ερώτησηόταν δεν έχουμε ακούσει καλά κάτι που μας είπαν ή για να δηλώσουμε έμμεσα τη διαφωνία μας Βικιλεξικό
    • Ορίστε; Πώς είπατε;
  4. για να εκφράσουμε έκπληξη ή απογοήτευση Βικιλεξικό
    • Ορίστε μας τώρα, θα μας αρχίσει και η μικρή να έχει απαιτήσεις!
  5. Όταν προστάζουμε κάποιους να κάνουν κάτι (προστακτική του ορίζω) (συνήθως στα μαθηματικά) Βικιλεξικό
    • Ορίστε τα διαστήματα της συνάρτησης f.

Ετυμολογία

ορίστε < ορίσατε, β' πληθυντικός προστακτικής αορίστου του ορίζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →