ορίστε
•
- όταν απαντάμε σε κάποιον που μας καλεί Βικιλεξικό
- - Γιώργο, πού είσαι;
- όταν δίνουμε σε κάποιον κάτι που μας ζήτησε Βικιλεξικό
- - Μου δίνετε σας παρακαλώ λίγο νερό;
- σε ερώτησηόταν δεν έχουμε ακούσει καλά κάτι που μας είπαν ή για να δηλώσουμε έμμεσα τη διαφωνία μας Βικιλεξικό
- Ορίστε; Πώς είπατε;
- για να εκφράσουμε έκπληξη ή απογοήτευση Βικιλεξικό
- Ορίστε μας τώρα, θα μας αρχίσει και η μικρή να έχει απαιτήσεις!
- Όταν προστάζουμε κάποιους να κάνουν κάτι (προστακτική του ορίζω) (συνήθως στα μαθηματικά) Βικιλεξικό
- Ορίστε τα διαστήματα της συνάρτησης f.
Ετυμολογία
ορίστε < ορίσατε, β' πληθυντικός προστακτικής αορίστου του ορίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →