ορατόριο
•
- μουσικήμουσική σύνθεση για σύνολο οργάνων, χορωδία και τραγουδιστές, που συχνά έχει θρησκευτικό περιεχόμενο και προορίζεται να παιχτεί σε ναό, χωρίς όμως άλλα σκηνικά, κοστούμια ή ιδιαίτερη υποκριτική τέχνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορατόριο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὀρατόριον, (λόγιο δάνειο) ιταλική oratorio < λατινική oratorius < orator < oro < os < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορατόριο | ορατόρια |
| Γενική | ορατορίου / ορατόριου | ορατορίων / ορατόριων |
| Αιτιατική | ορατόριο | ορατόρια |
| Κλητική | ορατόριο | ορατόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →