οργίζω
•
- προκαλώ έντονο θυμό, οργή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οργίζω | οργίζεις | οργίζει | οργίζουμε | οργίζετε | οργίζουν / οργίζουνε |
| Παρατατικός | όργιζα | όργιζες | όργιζε | οργίζαμε | οργίζατε | οργίζαν / οργίζανε / όργιζαν |
| Αόριστος | όργισα | όργισες | όργισε | οργίσαμε | οργίσατε | οργίσαν / οργίσανε / όργισαν |
| Μέλλοντας | θα οργίζω / θα οργίσω | θα οργίζεις / θα οργίσεις | θα οργίζει / θα οργίσει | θα οργίζουμε / θα οργίσουμε | θα οργίζετε / θα οργίσετε | θα οργίζουν / θα οργίζουνε / θα οργίσουν / θα οργίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οργίσει | έχεις οργίσει | έχει οργίσει | έχουμε οργίσει | έχετε οργίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οργίσει | είχες οργίσει | είχε οργίσει | είχαμε οργίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οργίσει / να οργίζω / να οργίσω | να έχεις οργίσει / να οργίζεις / να οργίσεις | να έχει οργίσει / να οργίζει / να οργίσει | να έχουμε οργίσει / να οργίζουμε / να οργίσουμε | να έχετε οργίσει / να οργίζετε / να οργίσετε | να οργίζουν / να οργίζουνε / να οργίσουν / να οργίσουνε |
| Προστακτική | — | όργιζε / όργισε | — | — | οργίζετε / οργίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →