οργανάκι
•
- υποκοριστικότο μικρό μουσικό όργανο Βικιλεξικό
- η λατέρνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργανάκι < όργαν(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανάκι | οργανάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | οργανάκι | οργανάκια |
| Κλητική | οργανάκι | οργανάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →