οργανική
•
- γλωσσολογίαη πτώση που χρησιμοποιείται όταν το αντικείμενο της πρότασης αποτελεί μέσο ή όργανο για τη δράση του ρήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργανική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου οργανικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →