οργανικισμός
•
- φιλοσοφική αντίληψη κατά την οποία η ζωή οφείλεται στα όργανα και όχι σε κάποια δύναμη που τα κινεί Βικιλεξικό
- ιατρική θεωρία που αποδίδει την ασθένεια σε βλάβη του αντίστοιχου οργάνου Βικιλεξικό
- κοινωνική θεωρία που θεωρεί την κοινωνία ως ζώντα οργανισμό, και παρουσιάζει τα κοινωνικά φαινόμενα περίπου ως βιολογικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργανικισμός < οργανικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανικισμός | οργανικισμοί |
| Γενική | οργανικισμού | οργανικισμών |
| Αιτιατική | οργανικισμό | οργανικισμούς |
| Κλητική | οργανικισμέ | οργανικισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →