οργανικότητα
•
- η ιδιότητα του οργανικού Βικιλεξικό
- το να έχει κάποιος εκπαιδευτικός οργανική θέση σε κάποιο σχολείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργανικότητα < οργανικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανικότητα | οργανικότητες |
| Γενική | οργανικότητας | οργανικοτήτων |
| Αιτιατική | οργανικότητα | οργανικότητες |
| Κλητική | οργανικότητα | οργανικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →