Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οργανισμός

/oɾ.ɣa.niˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βιολογίακάθε ον που φέρει τις ιδιότητες της ζωής κι αποτελείται από ένα ή περισσότερα στοιχεία που έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και λειτουργίες κι αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους Βικιλεξικό
    • Το κύτταρο είναι το πιο μικρό τμήμα κάθε ζώντος οργανισμού. Αποτελείται από μια μεμβράνη, το κυτταρόπλασμα και τον πυρήνα». Όλοι μάθαμε αυτό τον ορισμό στο σχολείο. Εδώ και λίγα χρόνια μόλις, μπορούμε να προσθέσουμε ότι «είναι επίσης ένα πολύπλοκο και καλά οργανωμένο εργοστάσιο». (Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, τόμος 9, Σχολή Μωραΐτη, 1986, σελ. 189)
  2. το σύνολο των οργάνων ενός όντος που επιτελούν τις λειτουργίες της ζωής Βικιλεξικό
    • (συνεκδοχικά) η ποιότητα των παραπάνω οργάνων, η οποία καθορίζει τη δύναμη και την υγεία του όντος
  3. οι κανόνες συγκρότησης και οργάνωσης ενός φορέα ή μιας υπηρεσίας, ώστε να λειτουργεί με εύρυθμο και τελέσφορο τρόπο Βικιλεξικό
    • (συνεκδοχικά) Οργανισμός : κάθε φορέας ή υπηρεσία με δημόσιο χαρακτήρα που λειτουργεί για την επίτευξη ενός στόχου
    • (συνεκδοχικά) Μη Κυβερνητικός Οργανισμός : ο οργανισμός που συγκροτείται από ιδιώτες και δεν έχει κερδοσκοπικούς σκοπούς, αλλά οικολογικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς, ειρηνιστικούς στόχους, τους οποίους επιδιώκει μέσω της ενημέρωσης του κοινού, της άσκησης πίεσης σε κυβερνητικούς παράγοντες κ.λπ.
    • (συνεκδοχικά) τα άτομα που στελεχώνουν τους παραπάνω φορείς

Ετυμολογία

οργανισμός < όργανο + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοργανισμόςοργανισμοί
Γενικήοργανισμούοργανισμών
Αιτιατικήοργανισμόοργανισμούς
Κλητικήοργανισμέοργανισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →