οργανογραφικός
•
- βιολογίαπου έχει σχέση με την οργανογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργανογραφικός < οργανογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανογραφικός | οργανογραφική | οργανογραφικό |
| Γενική | οργανογραφικού | οργανογραφικής | οργανογραφικού |
| Αιτιατική | οργανογραφικό | οργανογραφική | οργανογραφικό |
| Κλητική | οργανογραφικέ | οργανογραφική | οργανογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανογραφικοί | οργανογραφικές | οργανογραφικά |
| Γενική | οργανογραφικών | οργανογραφικών | οργανογραφικών |
| Αιτιατική | οργανογραφικούς | οργανογραφικές | οργανογραφικά |
| Κλητική | οργανογραφικοί | οργανογραφικές | οργανογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →