Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οργανογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου έχει σχέση με την οργανογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οργανογραφικός < οργανογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργανογραφικόςοργανογραφικήοργανογραφικό
Γενικήοργανογραφικούοργανογραφικήςοργανογραφικού
Αιτιατικήοργανογραφικόοργανογραφικήοργανογραφικό
Κλητικήοργανογραφικέοργανογραφικήοργανογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργανογραφικοίοργανογραφικέςοργανογραφικά
Γενικήοργανογραφικώνοργανογραφικώνοργανογραφικών
Αιτιατικήοργανογραφικούςοργανογραφικέςοργανογραφικά
Κλητικήοργανογραφικοίοργανογραφικέςοργανογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →