οργανολογικός
•
- σχετικός με την οργανολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργανολογικός < οργανολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανολογικός | οργανολογική | οργανολογικό |
| Γενική | οργανολογικού | οργανολογικής | οργανολογικού |
| Αιτιατική | οργανολογικό | οργανολογική | οργανολογικό |
| Κλητική | οργανολογικέ | οργανολογική | οργανολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανολογικοί | οργανολογικές | οργανολογικά |
| Γενική | οργανολογικών | οργανολογικών | οργανολογικών |
| Αιτιατική | οργανολογικούς | οργανολογικές | οργανολογικά |
| Κλητική | οργανολογικοί | οργανολογικές | οργανολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →