Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οργανολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την οργανολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οργανολογικός < οργανολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργανολογικόςοργανολογικήοργανολογικό
Γενικήοργανολογικούοργανολογικήςοργανολογικού
Αιτιατικήοργανολογικόοργανολογικήοργανολογικό
Κλητικήοργανολογικέοργανολογικήοργανολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργανολογικοίοργανολογικέςοργανολογικά
Γενικήοργανολογικώνοργανολογικώνοργανολογικών
Αιτιατικήοργανολογικούςοργανολογικέςοργανολογικά
Κλητικήοργανολογικοίοργανολογικέςοργανολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →