Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οργανομεταλλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείααποτελούμενος από άτομα μετάλλων ενωμένα με άτομα άνθρακα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οργανομεταλλικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργανομεταλλικόςοργανομεταλλικήοργανομεταλλικό
Γενικήοργανομεταλλικούοργανομεταλλικήςοργανομεταλλικού
Αιτιατικήοργανομεταλλικόοργανομεταλλικήοργανομεταλλικό
Κλητικήοργανομεταλλικέοργανομεταλλικήοργανομεταλλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργανομεταλλικοίοργανομεταλλικέςοργανομεταλλικά
Γενικήοργανομεταλλικώνοργανομεταλλικώνοργανομεταλλικών
Αιτιατικήοργανομεταλλικούςοργανομεταλλικέςοργανομεταλλικά
Κλητικήοργανομεταλλικοίοργανομεταλλικέςοργανομεταλλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →