οργανοφωσφορικός
•
- χημείαπου αναφέρεται σε μια κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν άτομα φωσφόρου (P) συνδεδεμένα με άνθρακα (C), γνωστές για τη χρήση τους σε παρασιτοκτόνα, νευροτοξικούς παράγοντες και άλλες βιομηχανικές εφαρμογές και που λόγω της χημικής τους δραστηριότητας πολλές απ’ αυτές είναι τοξικές για έντομα, ζώα και ενίοτε τον άνθρωπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργανοφωσφορικός < οργανικός + -ο- + φωσφορικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική organophosphorous ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική organophosphoré)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανοφωσφορικός | οργανοφωσφορική | οργανοφωσφορικό |
| Γενική | οργανοφωσφορικού | οργανοφωσφορικής | οργανοφωσφορικού |
| Αιτιατική | οργανοφωσφορικό | οργανοφωσφορική | οργανοφωσφορικό |
| Κλητική | οργανοφωσφορικέ | οργανοφωσφορική | οργανοφωσφορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανοφωσφορικοί | οργανοφωσφορικές | οργανοφωσφορικά |
| Γενική | οργανοφωσφορικών | οργανοφωσφορικών | οργανοφωσφορικών |
| Αιτιατική | οργανοφωσφορικούς | οργανοφωσφορικές | οργανοφωσφορικά |
| Κλητική | οργανοφωσφορικοί | οργανοφωσφορικές | οργανοφωσφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →