Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οργανωσιακός

/oɾ.ɣa.no.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την οργάνωση κυρίως κάποιου φορέα Βικιλεξικό
    • Τα τελευταία χρόνια η παρακίνηση των εργαζομένων έχει επανακτήσει το ενδιαφέρον της στην επιστημονική κοινότητα, ειδικά σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης, πληθωρισμού, ανεργίας, χαμηλών αποδοχών, φτωχοποίησης κοινωνικών ομάδων και όξυνσης των κοινωνικών προβλημάτων και ανισοτήτων. Στην ερμηνεία της παρακίνησης, πέραν της οργανωσιακής/εργασιακής ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας και της διοικητικής επιστήμης, εμπλέκονται η νευροεπιστήμη, η βιολογία και η εξελικτική ψυχολογία.

Ετυμολογία

οργανωσιακός < αγγλική organizational ή γαλλική organisationnel. Μορφολογικά αναλύεται σε οργάνωσ(η) + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργανωσιακόςοργανωσιακήοργανωσιακό
Γενικήοργανωσιακούοργανωσιακήςοργανωσιακού
Αιτιατικήοργανωσιακόοργανωσιακήοργανωσιακό
Κλητικήοργανωσιακέοργανωσιακήοργανωσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργανωσιακοίοργανωσιακέςοργανωσιακά
Γενικήοργανωσιακώνοργανωσιακώνοργανωσιακών
Αιτιατικήοργανωσιακούςοργανωσιακέςοργανωσιακά
Κλητικήοργανωσιακοίοργανωσιακέςοργανωσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →