Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οργιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με όργια Βικιλεξικό
    • οργιαστικές τελετές προς τιμήν του Διονύσου και άλλων θεοτήτων
  2. μεταφορικάεξαιρετικά ανεπτυγμένος Βικιλεξικό
    • οργιαστική βλάστηση

Ετυμολογία

οργιαστικός < αρχαία ελληνική ὀργιαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργιαστικόςοργιαστικήοργιαστικό
Γενικήοργιαστικούοργιαστικήςοργιαστικού
Αιτιατικήοργιαστικόοργιαστικήοργιαστικό
Κλητικήοργιαστικέοργιαστικήοργιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργιαστικοίοργιαστικέςοργιαστικά
Γενικήοργιαστικώνοργιαστικώνοργιαστικών
Αιτιατικήοργιαστικούςοργιαστικέςοργιαστικά
Κλητικήοργιαστικοίοργιαστικέςοργιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →