οργουελικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με τον Τζωρτζ Όργουελ ή αναφέρεται σ' αυτόν και το έργο του Βικιλεξικό
- πολιτικήπου αναφέρεται σε ολοκληρωτικές ή απολυταρχικές καταστάσεις ή πρακτικές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργουελικός < Τζωρτζ Όργουελ + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Orwellian)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργουελικός | οργουελική | οργουελικό |
| Γενική | οργουελικού | οργουελικής | οργουελικού |
| Αιτιατική | οργουελικό | οργουελική | οργουελικό |
| Κλητική | οργουελικέ | οργουελική | οργουελικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργουελικοί | οργουελικές | οργουελικά |
| Γενική | οργουελικών | οργουελικών | οργουελικών |
| Αιτιατική | οργουελικούς | οργουελικές | οργουελικά |
| Κλητική | οργουελικοί | οργουελικές | οργουελικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →