οργώ
•
- για ζώαβρίσκομαι σε οργασμό Βικιλεξικό
- καταλαμβάνομαι από σεξουαλική διάθεση ή ορμή Βικιλεξικό
- μεταφορικάέχω μεγάλο ζήλο, επιδίδομαι με μεγάλη ζέση Βικιλεξικό
- Η φύσις επουλόνει τας πληγάς, και οργά επί τέλους η καρδία προς την φαιδρότητα και επιζητεί την χαράν. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας)
Ετυμολογία
οργώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀργῶ συνηρημένος τύπος του ὀργάω
Άλλοι τύποι
οργάω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →