Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οργώσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που οργώνεται εύκολα, που μπορεί να οργωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οργώσιμος < οργώ(νω) + -σιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργώσιμοςοργώσιμηοργώσιμο
Γενικήοργώσιμουοργώσιμηςοργώσιμου
Αιτιατικήοργώσιμοοργώσιμηοργώσιμο
Κλητικήοργώσιμεοργώσιμηοργώσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοργώσιμοιοργώσιμεςοργώσιμα
Γενικήοργώσιμωνοργώσιμωνοργώσιμων
Αιτιατικήοργώσιμουςοργώσιμεςοργώσιμα
Κλητικήοργώσιμοιοργώσιμεςοργώσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →