ορδή
•
- το άτακτο πλήθος πολεμιστών, που βιαιοπραγεί, λεηλατεί και καταστρέφει τις περιοχές από τις οποίες διέρχεται: πχ. οι ορδές των εχθρών Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο μεγάλο πλήθος ανθρώπων που συγκεντρώνεται σε ένα σημείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορδή < ταταρική урда (ουρντα) < μογγολική орду (ορντού) (βασιλή φρουρά) < πρωτοτουρκική *or- (στρατός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορδή | ορδές |
| Γενική | ορδής | ορδών |
| Αιτιατική | ορδή | ορδές |
| Κλητική | ορδή | ορδές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →