ορδαλία
•
- νομικός όροςη θεοδικία, δικαστική κρίση μεταξύ δύο υπόπτων που θεωρούνταν ότι έδειχνε τη θέληση του Θεού και γινόταν με τη δοκιμασία τους στη φωτιά ή το νερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορδαλία < μεσαιωνική λατινική ordalium (κρίση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορδαλία | ορδαλίες |
| Γενική | ορδαλίας | ορδαλιών |
| Αιτιατική | ορδαλία | ορδαλίες |
| Κλητική | ορδαλία | ορδαλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →