ορειβατώ
•
- επιδίδομαι σε ορειβασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορειβατώ < ορειβάτης + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορειβατώ | ορειβατείς | ορειβατεί | ορειβατούμε | ορειβατείτε | ορειβατούν / ορειβατούνε |
| Παρατατικός | ορειβατούσα | ορειβατούσες | ορειβατούσε | ορειβατούσαμε | ορειβατούσατε | ορειβατούσαν / ορειβατούσανε |
| Αόριστος | ορειβάτησα | ορειβάτησες | ορειβάτησε | ορειβατήσαμε | ορειβατήσατε | ορειβάτησαν / ορειβατήσαν / ορειβατήσανε |
| Μέλλοντας | θα ορειβατήσω / θα ορειβατώ | θα ορειβατήσεις / θα ορειβατείς | θα ορειβατήσει / θα ορειβατεί | θα ορειβατήσουμε / θα ορειβατούμε | θα ορειβατήσετε / θα ορειβατείτε | θα ορειβατήσουν / θα ορειβατήσουνε / θα ορειβατούν / θα ορειβατούνε |
| Παρακείμενος | έχω ορειβατήσει | έχεις ορειβατήσει | έχει ορειβατήσει | έχουμε ορειβατήσει | έχετε ορειβατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορειβατήσει | είχες ορειβατήσει | είχε ορειβατήσει | είχαμε ορειβατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορειβατήσει / να ορειβατήσω / να ορειβατώ | να έχεις ορειβατήσει / να ορειβατήσεις / να ορειβατείς | να έχει ορειβατήσει / να ορειβατήσει / να ορειβατεί | να έχουμε ορειβατήσει / να ορειβατήσουμε / να ορειβατούμε | να έχετε ορειβατήσει / να ορειβατήσετε / να ορειβατείτε | να ορειβατήσουν / να ορειβατήσουνε / να ορειβατούν / να ορειβατούνε |
| Προστακτική | — | ορειβάτει / ορειβάτησε | — | — | ορειβατήστε / ορειβατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →