Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορεινότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ορεινού, το να χαρακτηρίζεται κάποιος τόπος ορεινός Βικιλεξικό
    • Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την τροπολογία, «οι διαρκώς εξελισσόμενες συνθήκες διαχείρισης των στερεών αποβλήτων λόγω των διαφοροποιημένων αναγκών κάθε δήμου, των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν (ορεινότητα, νησιωτικότητα κ.ο.κ.), αλλά και των δυνατοτήτων που έχουν οι δήμοι δεν επιτρέπουν πάντα και συνολικά την αποκομιδή με τις καθιερωμένες μεθόδους και προσωπικό που οι δήμοι έχουν στη διάθεσή τους». (εφ. Το Βήμα, 13/5/2011)

Ετυμολογία

ορεινότητα < ορεινός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορεινότηταορεινότητες
Γενικήορεινότηταςορεινοτήτων
Αιτιατικήορεινότηταορεινότητες
Κλητικήορεινότηταορεινότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →