ορθάνοιχτος
•
- επιτατικό επίθετοτελείως ανοιχτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθάνοιχτος < ορθ- + ανοιχτός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθάνοιχτος | ορθάνοιχτη | ορθάνοιχτο |
| Γενική | ορθάνοιχτου | ορθάνοιχτης | ορθάνοιχτου |
| Αιτιατική | ορθάνοιχτο | ορθάνοιχτη | ορθάνοιχτο |
| Κλητική | ορθάνοιχτε | ορθάνοιχτη | ορθάνοιχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθάνοιχτοι | ορθάνοιχτες | ορθάνοιχτα |
| Γενική | ορθάνοιχτων | ορθάνοιχτων | ορθάνοιχτων |
| Αιτιατική | ορθάνοιχτους | ορθάνοιχτες | ορθάνοιχτα |
| Κλητική | ορθάνοιχτοι | ορθάνοιχτες | ορθάνοιχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →