Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθογραφώ

ρήμα
•
  1. είμαι ορθογράφος, γράφω ορθογραφημένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορθογραφώ < ελληνιστική κοινή ὀρθογραφέω / ὀρθογραφῶ < ὀρθογράφος < αρχαία ελληνική ὀρθός + γράφω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςορθογραφώορθογραφείςορθογραφείορθογραφούμεορθογραφείτεορθογραφούν / ορθογραφούνε
Παρατατικόςορθογραφούσαορθογραφούσεςορθογραφούσεορθογραφούσαμεορθογραφούσατεορθογραφούσαν / ορθογραφούσανε
Αόριστοςορθογράφησαορθογράφησεςορθογράφησεορθογραφήσαμεορθογραφήσατεορθογράφησαν / ορθογραφήσαν / ορθογραφήσανε
Μέλλονταςθα ορθογραφήσω / θα ορθογραφώθα ορθογραφήσεις / θα ορθογραφείςθα ορθογραφήσει / θα ορθογραφείθα ορθογραφήσουμε / θα ορθογραφούμεθα ορθογραφήσετε / θα ορθογραφείτεθα ορθογραφήσουν / θα ορθογραφήσουνε / θα ορθογραφούν / θα ορθογραφούνε
Παρακείμενοςέχω ορθογραφήσειέχεις ορθογραφήσειέχει ορθογραφήσειέχουμε ορθογραφήσειέχετε ορθογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ορθογραφήσειείχες ορθογραφήσειείχε ορθογραφήσειείχαμε ορθογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω ορθογραφήσει / να ορθογραφήσω / να ορθογραφώνα έχεις ορθογραφήσει / να ορθογραφήσεις / να ορθογραφείςνα έχει ορθογραφήσει / να ορθογραφήσει / να ορθογραφείνα έχουμε ορθογραφήσει / να ορθογραφήσουμε / να ορθογραφούμενα έχετε ορθογραφήσει / να ορθογραφήσετε / να ορθογραφείτενα ορθογραφήσουν / να ορθογραφήσουνε / να ορθογραφούν / να ορθογραφούνε
Προστακτική—ορθογράφει / ορθογράφησε——ορθογραφήστε / ορθογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →