ορθογραφώ
•
- είμαι ορθογράφος, γράφω ορθογραφημένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθογραφώ < ελληνιστική κοινή ὀρθογραφέω / ὀρθογραφῶ < ὀρθογράφος < αρχαία ελληνική ὀρθός + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορθογραφώ | ορθογραφείς | ορθογραφεί | ορθογραφούμε | ορθογραφείτε | ορθογραφούν / ορθογραφούνε |
| Παρατατικός | ορθογραφούσα | ορθογραφούσες | ορθογραφούσε | ορθογραφούσαμε | ορθογραφούσατε | ορθογραφούσαν / ορθογραφούσανε |
| Αόριστος | ορθογράφησα | ορθογράφησες | ορθογράφησε | ορθογραφήσαμε | ορθογραφήσατε | ορθογράφησαν / ορθογραφήσαν / ορθογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα ορθογραφήσω / θα ορθογραφώ | θα ορθογραφήσεις / θα ορθογραφείς | θα ορθογραφήσει / θα ορθογραφεί | θα ορθογραφήσουμε / θα ορθογραφούμε | θα ορθογραφήσετε / θα ορθογραφείτε | θα ορθογραφήσουν / θα ορθογραφήσουνε / θα ορθογραφούν / θα ορθογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ορθογραφήσει | έχεις ορθογραφήσει | έχει ορθογραφήσει | έχουμε ορθογραφήσει | έχετε ορθογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορθογραφήσει | είχες ορθογραφήσει | είχε ορθογραφήσει | είχαμε ορθογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορθογραφήσει / να ορθογραφήσω / να ορθογραφώ | να έχεις ορθογραφήσει / να ορθογραφήσεις / να ορθογραφείς | να έχει ορθογραφήσει / να ορθογραφήσει / να ορθογραφεί | να έχουμε ορθογραφήσει / να ορθογραφήσουμε / να ορθογραφούμε | να έχετε ορθογραφήσει / να ορθογραφήσετε / να ορθογραφείτε | να ορθογραφήσουν / να ορθογραφήσουνε / να ορθογραφούν / να ορθογραφούνε |
| Προστακτική | — | ορθογράφει / ορθογράφησε | — | — | ορθογραφήστε / ορθογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →