Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθογώνιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωμετρίαγια γεωμετρικό σχήμα ή στερεό που έχει μία ή περισσότερες ορθές γωνίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορθογώνιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀρθογώνιος < ὀρθός + γωνία. Συγχρονικά αναλύεται σε ορθο- + -γώνιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθογώνιοςορθογώνιαορθογώνιο
Γενικήορθογώνιουορθογώνιαςορθογώνιου
Αιτιατικήορθογώνιοορθογώνιαορθογώνιο
Κλητικήορθογώνιεορθογώνιαορθογώνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθογώνιοιορθογώνιεςορθογώνια
Γενικήορθογώνιωνορθογώνιωνορθογώνιων
Αιτιατικήορθογώνιουςορθογώνιεςορθογώνια
Κλητικήορθογώνιοιορθογώνιεςορθογώνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →