ορθοδοξία
•
- το να ακολουθεί κάποιος την ορθόδοξη άποψη, να μένει πιστός στην αρχική εκδοχή μιας διδασκαλίας Βικιλεξικό
- Όσοι απέκλιναν από τη μαρξιστική ορθοδοξία αποκαλούνταν προσβλητικά ρεβιζιονιστές.
- χριστιανισμόςη ανατολική ορθόδοξη εκκλησία, το ορθόδοξο δόγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθοδοξία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀρθοδοξία (ορθή γνώμη) < → δείτε αρχαία ελληνική ὀρθός, δόξα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθοδοξία | ορθοδοξίες |
| Γενική | ορθοδοξίας | ορθοδοξιών |
| Αιτιατική | ορθοδοξία | ορθοδοξίες |
| Κλητική | ορθοδοξία | ορθοδοξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →