Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθολογιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον ορθολογισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορθολογιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθολογιστικόςορθολογιστικήορθολογιστικό
Γενικήορθολογιστικούορθολογιστικήςορθολογιστικού
Αιτιατικήορθολογιστικόορθολογιστικήορθολογιστικό
Κλητικήορθολογιστικέορθολογιστικήορθολογιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθολογιστικοίορθολογιστικέςορθολογιστικά
Γενικήορθολογιστικώνορθολογιστικώνορθολογιστικών
Αιτιατικήορθολογιστικούςορθολογιστικέςορθολογιστικά
Κλητικήορθολογιστικοίορθολογιστικέςορθολογιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →