ορθοπεταλιά
•
- αθλητισμόςτεχνική στην ποδηλασία κατά την οποία ο ποδηλάτης είναι όρθιος στο ένα πόδι στο πετάλι που στηρίζεται κάθε φορά ώστε, στη δύναμη που εφαρμόζει σε αυτό ποδηλατώντας, να προσθέτει σχεδόν όλο του το βάρος ούτως ώστε αυτή να μεγιστοποιείται Βικιλεξικό
- ανέβηκε την ανηφόρα με ορθοπεταλιά
- και οι δύο αναβάτες τα τελευταία μέτρα πριν τον τερματισμό τα κάνουν με ορθοπεταλιά
Ετυμολογία
ορθοπεταλιά < ορθός + πεταλιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθοπεταλιά | ορθοπεταλιές |
| Γενική | ορθοπεταλιάς | ορθοπεταλιών |
| Αιτιατική | ορθοπεταλιά | ορθοπεταλιές |
| Κλητική | ορθοπεταλιά | ορθοπεταλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →