Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθοπυριτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ορυκτολογίασυνώνυμο του νησοπυριτικός: χαρακτηρισμός πυριτικών ορυκτών στα οποία η αναλογία οξυγόνου / πυριτίου είναι 4 Βικιλεξικό
    • Ανάλογα με τον τρόπο σύνδεσης των πυριτικών τετραέδρων, τα πυριτικά ορυκτά χωρίζονται σε νησοπυριτικά ή ορθοπυριτικά, σωροπυριτικά, ινοπυριτικά (μονής και διπλής αλυσίδας), κυκλοπυριτικά, φυλλοπυριτικά και τεκτοπυριτικά (Στυλιανή Ανδρεοπούλου, Δομή, σύνθεση και ιδιότητες των αργιλικών ορυκτών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Προπτυχιακή Διπλωματική εργασία, Βόλος, 2018, σελ. 16 https://core.ac.uk/download/pdf/228081229.pdf)
  2. το ανιόν SiO₄ με σθένος -4 Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορθοπυριτικός < ορθο- + πυριτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθοπυριτικόςορθοπυριτικήορθοπυριτικό
Γενικήορθοπυριτικούορθοπυριτικήςορθοπυριτικού
Αιτιατικήορθοπυριτικόορθοπυριτικήορθοπυριτικό
Κλητικήορθοπυριτικέορθοπυριτικήορθοπυριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθοπυριτικοίορθοπυριτικέςορθοπυριτικά
Γενικήορθοπυριτικώνορθοπυριτικώνορθοπυριτικών
Αιτιατικήορθοπυριτικούςορθοπυριτικέςορθοπυριτικά
Κλητικήορθοπυριτικοίορθοπυριτικέςορθοπυριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →