Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθοσκοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φωτογραφίαπου δεν παραμορφώνει τις αναλογίες του ειδώλου ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου έχει σχέση με την ορθοσκόπηση ή το ορθοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορθοσκοπικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική orthoscopic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική orthoscopique < αρχαία ελληνική ὀρθός + σκοπέω # ορθοσκοπικός < ορθοσκόπιο / ορθοσκόπηση + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθοσκοπικόςορθοσκοπικήορθοσκοπικό
Γενικήορθοσκοπικούορθοσκοπικήςορθοσκοπικού
Αιτιατικήορθοσκοπικόορθοσκοπικήορθοσκοπικό
Κλητικήορθοσκοπικέορθοσκοπικήορθοσκοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορθοσκοπικοίορθοσκοπικέςορθοσκοπικά
Γενικήορθοσκοπικώνορθοσκοπικώνορθοσκοπικών
Αιτιατικήορθοσκοπικούςορθοσκοπικέςορθοσκοπικά
Κλητικήορθοσκοπικοίορθοσκοπικέςορθοσκοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →