ορθοσκοπικός
•
- φωτογραφίαπου δεν παραμορφώνει τις αναλογίες του ειδώλου ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
- ιατρικήπου έχει σχέση με την ορθοσκόπηση ή το ορθοσκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθοσκοπικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική orthoscopic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική orthoscopique < αρχαία ελληνική ὀρθός + σκοπέω # ορθοσκοπικός < ορθοσκόπιο / ορθοσκόπηση + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθοσκοπικός | ορθοσκοπική | ορθοσκοπικό |
| Γενική | ορθοσκοπικού | ορθοσκοπικής | ορθοσκοπικού |
| Αιτιατική | ορθοσκοπικό | ορθοσκοπική | ορθοσκοπικό |
| Κλητική | ορθοσκοπικέ | ορθοσκοπική | ορθοσκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθοσκοπικοί | ορθοσκοπικές | ορθοσκοπικά |
| Γενική | ορθοσκοπικών | ορθοσκοπικών | ορθοσκοπικών |
| Αιτιατική | ορθοσκοπικούς | ορθοσκοπικές | ορθοσκοπικά |
| Κλητική | ορθοσκοπικοί | ορθοσκοπικές | ορθοσκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →