Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθοτομία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ευθεία τομή Βικιλεξικό
  2. η ορθή διδασκαλία, η σωστή αντίληψη της αλήθειας στον χριστιανισμό Βικιλεξικό
    • και να οδηγεί τους Θεολόγους στην ορθοπραξία και την ορθοτομία του Λόγου της αληθείας Του http://pethpatras.blogspot.com/2012/11/4112012-4-2012.html

Ετυμολογία

ορθοτομία < ορθο(ς) + -τομία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορθοτομίαορθοτομίες
Γενικήορθοτομίαςορθοτομιών
Αιτιατικήορθοτομίαορθοτομίες
Κλητικήορθοτομίαορθοτομίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →