ορθοτόνηση
•
- ο σωστός / ορθός τονισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθοτόνηση < ελληνιστική κοινή ὀρθοτόνησις < ὀρθότονος < αρχαία ελληνική ὀρθός + τόνος (< τείνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθοτόνηση | ορθοτονήσεις |
| Γενική | ορθοτόνησης | ορθοτονήσεων |
| Αιτιατική | ορθοτόνηση | ορθοτονήσεις |
| Κλητική | ορθοτόνηση | ορθοτονήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →