Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθοφρονώ

ρήμα
•
  1. λόγιοσκέφτομαι ορθά, με λογική και σωστό τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορθοφρονώ < μεσαιωνική ελληνική ορθοφρονώ < αρχαία ελληνική ὀρθόφρων < ὀρθός + φρονέω < φρήν

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςορθοφρονώορθοφρονείςορθοφρονείορθοφρονούμεορθοφρονείτεορθοφρονούν / ορθοφρονούνε
Παρατατικόςορθοφρονούσαορθοφρονούσεςορθοφρονούσεορθοφρονούσαμεορθοφρονούσατεορθοφρονούσαν / ορθοφρονούσανε
Αόριστοςορθοφρόνησαορθοφρόνησεςορθοφρόνησεορθοφρονήσαμεορθοφρονήσατεορθοφρονήσαν / ορθοφρονήσανε / ορθοφρόνησαν
Μέλλονταςθα ορθοφρονήσω / θα ορθοφρονώθα ορθοφρονήσεις / θα ορθοφρονείςθα ορθοφρονήσει / θα ορθοφρονείθα ορθοφρονήσουμε / θα ορθοφρονούμεθα ορθοφρονήσετε / θα ορθοφρονείτεθα ορθοφρονήσουν / θα ορθοφρονήσουνε / θα ορθοφρονούν / θα ορθοφρονούνε
Παρακείμενοςέχω ορθοφρονήσειέχεις ορθοφρονήσειέχει ορθοφρονήσειέχουμε ορθοφρονήσειέχετε ορθοφρονήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ορθοφρονήσειείχες ορθοφρονήσειείχε ορθοφρονήσειείχαμε ορθοφρονήσει——
Υποτακτικήνα έχω ορθοφρονήσει / να ορθοφρονήσω / να ορθοφρονώνα έχεις ορθοφρονήσει / να ορθοφρονήσεις / να ορθοφρονείςνα έχει ορθοφρονήσει / να ορθοφρονήσει / να ορθοφρονείνα έχουμε ορθοφρονήσει / να ορθοφρονήσουμε / να ορθοφρονούμενα έχετε ορθοφρονήσει / να ορθοφρονήσετε / να ορθοφρονείτενα ορθοφρονήσουν / να ορθοφρονήσουνε / να ορθοφρονούν / να ορθοφρονούνε
Προστακτική—ορθοφρόνει / ορθοφρόνησε——ορθοφρονήστε / ορθοφρονείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →