ορθοφωνία
•
- η ορθή άρθρωση και προφορά Βικιλεξικό
- η άσκηση πάνω στην ορθή εκφορά του λόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθοφωνία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική orthophonie < αρχαία ελληνική ὀρθός + φωνή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθοφωνία | ορθοφωνίες |
| Γενική | ορθοφωνίας | ορθοφωνιών |
| Αιτιατική | ορθοφωνία | ορθοφωνίες |
| Κλητική | ορθοφωνία | ορθοφωνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →