οριοθέτης
•
- νοερό ή φυσικό μαρκάρισμα ορίων ή συνόρων Βικιλεξικό
- ανθρώπος ή μηχανισμός που θέτει όρια Βικιλεξικό
- πληροφορικήένας από τους ειδικούς χαρακτήρες (πχ. (, ), {, }, ", κλπ.) που χρησιμοποιούνται για ομαδοποίηση εντολών, διαχωρισμό δεδομένων, κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οριοθέτης < οριοθετώ + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οριοθέτης | οριοθέτες |
| Γενική | οριοθέτη | οριοθετών |
| Αιτιατική | οριοθέτη | οριοθέτες |
| Κλητική | οριοθέτη | οριοθέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →