ορισμένος
•
- που έχει οριστεί Βικιλεξικό
- αόριστη έκφραση Βικιλεξικό
- ορισμένοι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής συμπεριφέρονται απρεπώς προς τους πολίτες
- σε ορισμένα σημεία του κειμένου υπάρχουν ασάφειες
- αόριστη έκφραση Βικιλεξικό
- θα σας διαβάσω ορισμένα αποσπάσματα από το καινούριο βιβλίο του ...
- έκφραση για κάποιο πρόσωπο ή πράγμα με συγκεκριμένες ιδιότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ορίζω
Άλλοι τύποι
ορισμέναορισμένεορισμένεςορισμένηορισμένηςορισμένοορισμένοιορισμένοςορισμένουορισμένουςορισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →