οριστικοποίηση
•
- το να δίνεις σε κάτι την οριστική του μορφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οριστικοποίηση < οριστικοποιώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οριστικοποίηση | οριστικοποιήσεις |
| Γενική | οριστικοποίησης | οριστικοποιήσεων |
| Αιτιατική | οριστικοποίηση | οριστικοποιήσεις |
| Κλητική | οριστικοποίηση | οριστικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →