ορκίζω
•
- παρευρίσκομαι στη διαδικασία / τελετή ορκωμοσίας κάποιου, εκφωνώ τον όρκο ή επιτηρώ τη διαδικασία Βικιλεξικό
- προτρέπω κάποιον ή τον αναγκάζω να ορκιστεί, να πάρει όρκο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορκίζω < αρχαία ελληνική ὁρκίζω < ὅρκος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορκίζω | ορκίζεις | ορκίζει | ορκίζουμε | ορκίζετε | ορκίζουν / ορκίζουνε |
| Παρατατικός | όρκιζα | όρκιζες | όρκιζε | ορκίζαμε | ορκίζατε | ορκίζαν / ορκίζανε / όρκιζαν |
| Αόριστος | όρκισα | όρκισες | όρκισε | ορκίσαμε | ορκίσατε | ορκίσαν / ορκίσανε / όρκισαν |
| Μέλλοντας | θα ορκίζω / θα ορκίσω | θα ορκίζεις / θα ορκίσεις | θα ορκίζει / θα ορκίσει | θα ορκίζουμε / θα ορκίσουμε | θα ορκίζετε / θα ορκίσετε | θα ορκίζουν / θα ορκίζουνε / θα ορκίσουν / θα ορκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ορκίσει | έχεις ορκίσει | έχει ορκίσει | έχουμε ορκίσει | έχετε ορκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορκίσει | είχες ορκίσει | είχε ορκίσει | είχαμε ορκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορκίσει / να ορκίζω / να ορκίσω | να έχεις ορκίσει / να ορκίζεις / να ορκίσεις | να έχει ορκίσει / να ορκίζει / να ορκίσει | να έχουμε ορκίσει / να ορκίζουμε / να ορκίσουμε | να έχετε ορκίσει / να ορκίζετε / να ορκίσετε | να ορκίζουν / να ορκίζουνε / να ορκίσουν / να ορκίσουνε |
| Προστακτική | — | όρκιζε / όρκισε | — | — | ορκίζετε / ορκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →