ορκοληψία
•
- νομικός όροςη όρκιση, από αρμόδιο πρόσωπο ή αρχή, κρατικού λειτουργού κατά την ανάληψη της υπηρεσίας του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορκοληψία< όρκος + -ληψία· μαρτυρείται από το 1834 στους Ελληνικούς Κώδικες
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορκοληψία | ορκοληψίες |
| Γενική | ορκοληψίας | ορκοληψιών |
| Αιτιατική | ορκοληψία | ορκοληψίες |
| Κλητική | ορκοληψία | ορκοληψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →